ἴθμα

ἴθμα, ατος, τό, (εἶμι
A ibo), always in pl., step, motion,

πελειάσιν ἴθμαθ' ὁμοῖαι Il.5.778

, h.Ap.114.
II feet, Call.Cer.58.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ίθμα — ἴθμα, τὸ (Α) στον πληθ. τὰ ἴθματα α) ίχνη, πατήματα, βήματα β) κίνηση γ) τα πόδια. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράγωγο τού ρ. εἶμι που εμφανίζει τη μηδενισμένη βαθμίδα ι τού ρ. και επίθημα θμα, το οποίο αποτελεί παρέκταση με θ τής κατάλ. μα (πρβλ. άσθμα). Η λ.,… …   Dictionary of Greek

  • ἴθμα — ibo neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴθμασι — ἴθμα ibo neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴθμασιν — ἴθμα ibo neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴθματα — ἴθμα ibo neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴθμαθ' — ἴθματα , ἴθμα ibo neut nom/voc/acc pl ἴθματι , ἴθμα ibo neut dat sg ἴθματε , ἴθμα ibo neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴθματ' — ἴθματα , ἴθμα ibo neut nom/voc/acc pl ἴθματι , ἴθμα ibo neut dat sg ἴθματε , ἴθμα ibo neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άσθμα — το (AM ἄσθμα και ἆσθμα) ιατρ. η ασθένεια, το άσθμα αρχ. μσν. 1. η πνοή, η αναπνοή 2. η ισχυρή πνοή, το δυνατό φύσημα (ζώου ή του ανέμου) αρχ. 1. το λαχάνιασμα 2. ο επιθανάτιος ρόγχος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. άσθμα < *άνσθμα, που ανάγεται στην ΙΕ. ρίζα… …   Dictionary of Greek

  • ίθμη — ἴθμη, ἡ (Α) οδός, διάβαση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴ θμη, με τη μηδενισμένη βαθμίδα ι τού ρ. εἶμι (πρβλ. ίθμα)] …   Dictionary of Greek

  • ίχματα — ἴχματα, τὰ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ἴχνια». [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. εσφ. γρφ. τού τ. ἴθματα «βήμα, κίνηση» (< εἶμι), βλ. ίθμα] …   Dictionary of Greek

  • ei- —     ei     English meaning: to go     Deutsche Übersetzung: “gehen”     Note: extended ei dh , ei gh , i tü and i̯ ü , i̯ ē : i̯ō : i̯ǝ     Material: O.Ind. ēmi, ēti, imáḥ, yánti “go”, Av. aēiti, yeinti, O.Pers. aitiy “goes”, themat. Med.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.